Είναι οι άνθρωποι που αρνήθηκαν να είναι εσωτερικοί τουρίστες στη χώρα τους, παιδιά που δεν «χώρεσαν» στα πρότυπα της δεκαετίας της εφηβείας τους, άτομα που επιθυμούν να έχουν τη δική τους ζωή και τη δική τους ιστορία και τα οποία αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ύπαρξής τους, μέσα από την ευθύνη των πράξεών τους, πληρώνουν ένα εξαιρετικά δυσανάλογο τίμημα

Διανύουμε εποχή πένθους ως χώρα και όχι μόνο λόγω της οικονομικής κατάρρευσης και των συνακόλουθων δεινών που αυτή επιφέρει σε όλα τα επίπεδα.

Η Κατοχή και ο Εμφύλιος δημιούργησαν μεγάλες πληγές που δεν έχουν κλείσει, αλλά μονάχα σκεπαστεί από μία ευαίσθητη κρούστα, έτοιμες να διαρραγούν από στιγμή σε στιγμή, να βαθύνουν ακόμη περισσότερο ή τέλος να γίνουν κάτι που δεν μπορεί να το συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Κι αυτό γιατί τόσα χρόνια στην ιστορία του τόπου με τα φοβερά τραύματα που τον σημάδεψαν, ο πολιτικός κόσμος δεν κατόρθωσε να συναλλαγεί με τρόπο έτσι που να εμπεριεχθεί το μίσος, ο πόνος και η απώλεια, οι δε αντιτιθέμενες και διαφορετικές πολιτικές απόψεις να παράξουν ένα νόημα για τον ίδιο και τους πολίτες.

Κινούνται ως πρόσωπα

Η γένεση ενός πολιτικού νοήματος κατοχυρώνει τη γένεση ενός νοήματος της ύπαρξης σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και δίνει νόημα στη συνύπαρξη μεταξύ των ανθρώπων. Το αίσθημα της ταυτότητας διασφαλίζεται από το αίσθημα του ανήκειν σε μία κοινωνία, όταν αυτό δεν εξαργυρώνεται σε φθηνά νομίσματα πελατειακών σχέσεων.

Εχει σημασία να γνωρίζουν οι άνθρωποι ποιοι είναι και να μπορούν να κινούνται ως πρόσωπα. Διότι ο προσωπικός τρόπος να ζει κανείς τη ζωή του, είναι αυτός που τον καθιστά πολιτικό ον. Είναι επίσης σημαντικό οι πολιτικοί να διαφύγουν από τη γραμμή μιας νεκρής ιδεολογίας που προσπαθούν να ανασυστήσουν ως τον χαμένο τους παράδεισο και η οποία τους τρέφει και τους συντηρεί μες στην κοιλιά της οργάνωσης σαν ένα τέλειο και αγέννητο έμβρυο. Είναι επιβεβλημένη η ψυχική τους γέννηση ως προσώπων και η συνύπαρξή τους ως όλον, χάριν των ατομικοτήτων τους, έτσι που να πληγεί η αδιάβλητη γραφειοκρατία που τους κρατά δέσμιους στα γρανάζια της.

Στην Ελλάδα, η διχοτόμηση του πολιτικού κόσμου ανάμεσα στον Διώκτη και τον Εξιδανικευμένο που ακούει στη λογική ή μ’ εμάς (τον ιδανικό) ή με τον αντίπαλο (τον διώκτη), σε συνδυασμό με το πρόταγμα για εύκολο πλουτισμό που έθεσε η περίοδος της Μεταπολίτευσης, καταργεί το αίσθημα του ανήκειν σε ενιαίο κοινωνικό σύνολο, αδειάζει ψυχικά τους πολίτες και αποδυναμώνει την ικανότητά τους να σκέπτονται αλλά και με μία εύκολη πρόσβαση στη διαφθορά. Είναι οι «πολίτες – παιδιά» με «γονείς» σε στείρα αντιπαράθεση, έτσι που μη παραχωρώντας τους τον χώρο για ψυχική, και όχι μόνο βιολογική, ανάπτυξη, τους αφήνουν σε ένα ψυχικό κενό, το οποίο αποστερεί τη ζωή τους από κάθε νόημα.

Ετσι λοιπόν ο σημερινός Ελληνας συμπεριφέρεται σαν «συγκεχυμένος μικρολαθρέμπορος» όσον αφορά τις αξίες και τις αξιώσεις που προβάλλει στη ζωή του, παραμένει δε απαθής οφθαλμολάγνος σε γεγονότα που συνταράσσουν την κοινωνία με απρόβλεπτους σπασμούς. Ποιους αφορούν αυτά, ποιοι είμαστε εμείς, από ποια νύχτα έρχεται η φωνή μας;

Ψυχική κενότητα

Ο φόνος του Αλέξη Γρηγορόπουλου, συμπυκνώνοντας τα σημεία των καιρών και πυροδοτώντας μια γενικότερη κοινωνική εξέγερση τον Δεκέμβριο του 2008, ήταν ένα τραγικό κοινωνικό στιγμιότυπο, στο οποίο αποκρυσταλλώθηκε η ψυχική κενότητα από την οποία διέπεται η ελληνική κοινωνία σήμερα και η οποία την επιβάλλει σαν νόμισμα συναλλαγής.

Η παραδοξότητα του γεγονότος σε μία κοινωνική συνθήκη που θέλει να λέγεται ομαλή, στοίχειωσε τις συνειδήσεις νέων ανθρώπων και το πέρασμα στην άλλη μεριά, δηλαδή η κατάσταση της παρανομίας, κρίθηκε ως ο μόνος αυθεντικός τρόπος ύπαρξης που φαίνεται να απόμεινε γι’ αυτούς. Θα ήταν εύλογο η Δικαιοσύνη να συλλογισθεί πάνω σε αυτό το σημείο, δεδομένου ότι αυτοί οι άνθρωποι διώκονται σκληρά και μάλιστα όλοι για όλα.

Είναι οι άνθρωποι που αρνήθηκαν να είναι εσωτερικοί τουρίστες στη χώρα τους, παιδιά που δεν «χώρεσαν» στα πρότυπα της δεκαετίας της εφηβείας τους, άτομα που επιθυμούν να έχουν τη δική τους ζωή και τη δική τους ιστορία και τα οποία αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ύπαρξής τους, μέσα από την ευθύνη των πράξεών τους, πληρώνουν ένα εξαιρετικά δυσανάλογο τίμημα. Παραιτούνται των προνομίων τους, που ήταν και δικά τους κοπιώδη κεκτημένα (όπως π.χ. η επιτυχία τους σε απαιτητικές σχολές ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων), γιατί πιστεύουν ότι δεν μπορεί κάποιος να είναι ευτυχισμένος όταν οι άνθρωποι γύρω του δυστυχούν.

Η στάση τους διέπεται από μία θρησκευτικότητα, και παρ’ όλον ότι η λοιπή κοινωνία τη θεωρεί ακραία και καταστροφική, έχει το στοιχείο της ελευθερίας, της ευθύνης και της αντίστασης, ασκώντας μια ριζική κριτική για την ιδέα που είχαμε ώς τώρα για το πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο. Υπάρχει η πίστη ότι ο άνθρωπος είναι βαθύτατα κοινωνικό και ταυτόχρονα βαθύτατα ατομικό όν.

Ατυχώς για την κοινωνία, οι δεσμώτες δεν είναι υπόκοσμος. Είναι τα εξιλαστήρια θύματα που στο πετσί τους γράφονται τα κρίματα του κόσμου. Είναι τα δικά της παιδιά, τα οποία αδυνατεί να εμπεριέχει, όπως άλλωστε, καταστρατηγώντας τους νόμους και τις αξίες, αδυνατεί να εμπεριέχει και να φροντίσει όλους τους πολίτες της.

Aναδημοσίευση από την «εφσυν»